αναθερμαίνω


αναθερμαίνω
αναθερμαίνω, αναθέρμανα βλ. πίν. 44

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αναθερμαίνω — (Α ἀναθερμαίνω) θερμαίνω εκ νέου, ξαναζεσταίνω νεοελλ. αναζωογονώ, αναζωπυρώνω, τονώνω. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα + θερμαίνω. ΠΑΡ. αναθέρμανση ( ις)] …   Dictionary of Greek

  • αναθερμαίνω — [анатэрмэно] р. подогревать (отношения) …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αναθερμαίνω — θέρμανα, θερμάνθηκα, θερμασμένος 1. ξαναζεσταίνω: Οι σχέσεις τους τελευταία αναθερμάνθηκαν. 2. αναζωπυρώνω: Τα επεισόδια αυτά αναθέρμαναν το μεταξύ των δύο αυτών λαών μίσος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀναθερμαινόντων — ἀναθερμαίνω warm up pres part act masc/neut gen pl ἀναθερμαίνω warm up pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναθερμανθέντα — ἀναθερμαίνω warm up aor part pass neut nom/voc/acc pl ἀναθερμαίνω warm up aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναθερμαίνει — ἀναθερμαίνω warm up pres ind mp 2nd sg ἀναθερμαίνω warm up pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναθερμαίνοντα — ἀναθερμαίνω warm up pres part act neut nom/voc/acc pl ἀναθερμαίνω warm up pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναθερμαίνουσιν — ἀναθερμαίνω warm up pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀναθερμαίνω warm up pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναθέρμαινε — ἀναθερμαίνω warm up pres imperat act 2nd sg ἀναθερμαίνω warm up imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναθερμαινομένην — ἀναθερμαίνω warm up pres part mp fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)